Ο Νίκος Μπακόλας γεννήθηκε και έζησε στη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή των παλαιών "Εξοχών". Στα μυθιστορήματά του η πόλη κατέχει κεντρικό ρόλο, καθώς σε αυτή διαδραματίζονται οι υποθέσεις όλων σχεδόν των έργων του.

Πανεπιστήμιο (Α.Π.Θ)Επεξεργασία

Ατελείωτη Γραφή του αίματοςΕπεξεργασία

[...]πήγε ένα ωραίο πρωινό στο κτίριο του πανεπιστημίου και ορκίστηκε ως επιμελητής στην έδρα της αστρονομίας, δίπλα στον καθηγητή Σταθάκη, παραπλεύρως του κυρίου Μαρικόπουλου [...][1]

ΧαριλάουΕπεξεργασία

Η Μεγάλη ΠλατείαΕπεξεργασία

Στου Χαριλάου είναι η υποδοχή [...] περάσαν τα "ψαλίδια" [...] κατέβαιναν το μεγάλο δρόμο, τη Μαρτίου, κι ήταν όλο μονοκατοικίες και μπροστά τους κήποι θεριεμένοι [...][2]

ΒαρδάρηςΕπεξεργασία

Η Μεγάλη ΠλατείαΕπεξεργασία

[…] Μέχρι το Βαρδάρι πήγαν με το τραμ, «αλλά τώρα» είπε «θα το πάρουμε πεζοί», για να δούμε τι τους μάθαιναν οι πρόσκοποι […][3]

Θυμάται που πήγαινε στην Εγνατία, είχε μια μάντα με καλόκαρδα κορίτσια στο Βαρδάρι «το βράδυ θα σας παίξουμε το θέατρο, τους λέγαν, ήταν και μια εβραιοπούλα δώδεκα χρονώ «θέλεις να έρθεις και συ μαζί μας;»του έλεγε ένα βράδυ[...][4]

[...]κάπου θα λαμπύριζε η πέρα Εγνατία, το πουλύβουο Βαρδάρι, με τα θεατράκια και την αλητεία στα στενά της μπάρας, τους χωριάτες που θα πέφτανε να κοιμηθούν νωρίς, να ξυπνήσουν από τα χαράματα και να πάρουνε τις στράτες της αυγής, στη δρόσο, να ανηφορίσουνε στα μέρη τους[...][5]

ΜυθολογίαΕπεξεργασία

Στη Σαλονίκη έφθασε σχεδόν απόβραδο [...] Προχωρούσε από τα σοκάκια, στο Βαρδάρι, σε βρεμένα καλντερίμια, όπου μπλέκαν στο μισόφωτο τα ζώα και οι άνθρωποι, λιγότερο οι άμαξες, και σπανιότερα τα αυτοκίνητα, τα περισσότερα παλιά ταξί με πρόχειρες κουκούλες από καραβόπανο, όμως και κάποια φορτηγά που τράνταζαν τον τόπο. Ρωτώντας και ξαναρωτώντας, σαν επαρχιώτης, βγήκε φάτσα στον σταθμό των τρένων και εκεί ανάσανε με ανακούφιση.[6]

Οδός ΑφροδίτηςΕπεξεργασία

Η Μεγάλη ΠλατείαΕπεξεργασία

[...]θαμών των κακοφήμων  καφενείων της περιοχής Βαρδαρίουκαι της οδού Αφροδίτης, της αμαρτωλής αυτής στενωπού [...][7]

ΑχειροποίητοςΕπεξεργασία

Η Μεγάλη ΠλατείαΕπεξεργασία

Το καινούριο της το σπίτι- στο τυφλό σοκάκι-ίσως να την έκρυβε, που ήταν σαν παλιός περιστερώνας στην Αχειροποίητο, όπου είχαν μαζευτεί ειδών ειδών πουλιά [...][8]

ΚαταπάτησηΕπεξεργασία

Συνήθως τριγυρίζαμε στα σοκάκια πάνω από την Εγνατία, πίσω από την Αχειροποίητο [...][9]

ΕγνατίαΕπεξεργασία

Η Μεγάλη ΠλατείαΕπεξεργασία

Θυμάται που πήγαινε στην Εγνατία, είχε μια μάντα με καλόκαρδα κορίτσια στο Βαρδάρι […][10]

[...]κάπου θα λαμπύριζε η πέρα Εγνατία, το πουλύβουο Βαρδάρι, με τα θεατράκια και την αλητεία στα στενά της μπάρας, τους χωριάτες που θα πέφτανε να κοιμηθούν νωρίς, να ξυπνήσουν από τα χαράματα και να πάρουνε τις στράτες της αυγής, στη δρόσο, να ανηφορίσουνε στα μέρη τους [...][11]

ΚαταπάτησηΕπεξεργασία

[...]άλλη μια φορά τις είχα πετύχει να ψάχνουν τα σοκάκια πάνω από την Εγνατία, να εξετάζουν τις ονομασίες των δρόμων, ίσως αναζητώντας κάποιο σπίτι, κάποιο κτίριο.[12]

ΤσιμισκήΕπεξεργασία

Η Μεγάλη ΠλατείαΕπεξεργασία

[…] όμως φτάναν πια στην Τσιμισκή- και ψυθίρισε ο άλλος «πρέπει να σ'αφήσω» και του έδωσε το χέρι […][13]

Λευκός ΠύργοςΕπεξεργασία

Η Μεγάλη ΠλατείαΕπεξεργασία

Και πιο πέρα του εξομολογήθηκε, "κάθομαι στο μαύρο δέντρο", λες και έλεγε στο Λευκό Πύργο ή στ' ανάκτορα.[14]

Ήταν πάλι ο καιρός της Έκθεσης, λάμπαν όλα πέρα απ' το Λευκό Πύργο και τους πήρε ένα απόβραδο με τα παιδιά, πέταγε ο Αημήτρης από τη χαρά του, ήθελε να δει τον άνθρωπο οβίδα και τρομάζαν τα κορίτσια, προτιμούσανε τις κούνιες και στο τέλος πέσαν σκοτωμένα στις καρέκλες, πίναν οι μεγάλοι μπίρα, τα παιδιά θα παίρναν τις γκαζόζες, το μικρό τους έγειρε κι αποκοιμήθηκε.[15]

[...]μείνανε οι δυο φίλοι κάτω απ' το Λευκό Πύργοκαι κοίταζαν πέρα δώθε άδικα, μια στιμή πλησίασε ένας χωροφύλκακας και μιλούσε σιγανά στο μοίραρχο, [...][16]

ΜητρόποληΕπεξεργασία

Μεγάλη ΠλατείαΕπεξεργασία

Είχε πια βραδιάσει και ανάβανε τα φώτα, πήρε τα στενά προς τη Μητρόπολη, πέρασε το τραμ προσεχτικά κι ύστερα ανέβηκε προς την Αγία Σοφία, κάπου είχαν ανάψει φωταψία κι ανοιχτά παράθυρα, στο μπαλκόνι κυμάτιζαν τέσσερις σημαίες, η δική μας και των συμμάχων, μια ταμπέλα έγραφε ΕΑΜ τεράστια [...][17]

Αγία ΣοφίαΕπεξεργασία

Η Μεγάλη ΠλατείαΕπεξεργασία

"Είχε πια βραδιάσει και ανάβανε τα φώτα, πήρε τα στενά προς τη Μητρόπολη, πέρασε το τραμ προσεχτικά κι ύστερα ανέβηκε προς την Αγία Σοφία, κάπου είχαν ανάψει φωταψία κι ανοιχτά παράθυρα, στο μπαλκόνι κυμάτιζαν τέσσερις σημαίες, η δική μας και των συμμάχων, μια ταμπέλα έγραφε ΕΑΜ τεράστια [...][18]

ΚαμάραΕπεξεργασία

Η Μεγάλη πλατείαΕπεξεργασία

Κατηφόρισε αργά αργά, βγήκε λίγο από την Καμάρα και κατευθυνόταν στο πατρικό του [...].[19]

ΝτεπόΕπεξεργασία

Η Μεγάλη ΠλατείαΕπεξεργασία

[…] κι είχε έρθει το ταξί και τους περίμενε, κάθισαν στο πίσω και χαμήλωσαν τα τζάμια, να φυσάει ο αγέρας, που τραβούσαν προς την εξοχή, πέρα από το Ντεπό, στου Βότση [...][20]

ΒότσηΕπεξεργασία

Η Μεγάλη ΠλατείαΕπεξεργασία

[...] έλεγε, θα ήταν πανδεσία ένας γύρος με την άμαξα, πέρα απ'το Χαριλάου ή στου Βότση, μες τις ερημιές[...][21]

ΜεταγωγώνΕπεξεργασία

ΚαταπάτησηΕπεξεργασία

Όσον καιρό-δυο μήνες και κάτι-τους είχαν κλείσει στο Μεταγωγών, αντιγόνη μ'έπαιρνε και βολτάραμε στα  γύρω στενάκια. Τι έλπιζε, άραγε; Ίσως να τον διακρίνει κάποια στιγμή από τα παραθυράκια του υπογείου, που ακουμπούσανε στο πεζοδρόμιο[..][22]

ΕυαγγελίστριαςΕπεξεργασία

ΚαταπάτησηΕπεξεργασία

Μάντευα πια ότι πηγαίναμε στο νεκροταφείο, στην Ευαγγελίστρια, ιδίως όταν φτάσαμε στον Λευκοπύργο και πήραμε στροφή προς τα πάνω.[23]

Οδός ΙσαύρωνΕπεξεργασία

Η ατέλειωτη γραφή του αίματοςΕπεξεργασία

Έτσι, γυρίζοντας περιχαρής, στην πόλη του Αγίου Δημητρίου, περασμένα πια μεσάνυχτα, εν μέσω υγρασίας κι αποπνικτικής θερμοκρασίας, και παίρνοντας ένα ταξία απ' τον παλιό σταθμό κατευθυνόταν στο σπίτι του, σ'ένα στενό πλησίον της οδού Ισαύρων [...][24]

ΙπποδρομίουΕπεξεργασία

Η Μεγάλη ΠλατείαΕπεξεργασία

[…] τέλος, έφτασε στο Λευκό Πύργο, σκέφτηκε να έπινα έναν καφέ στην παραλία, όμως πήρε προς τα πάνω τα σοκάκια, απ'το Ιπποδρόμιο, είδε δύο εργατικούς που κατηφόριζαν, […][25]

Χίλια ΔέντραΕπεξεργασία

Η ατελείωτη γραφή του αίματοςΕπεξεργασία

Κάποιο βράθυ Κυριακής, που είχαν αποκάμει να 'ναι έγκλειστοι, καθένας με τον τρόπο του, και είχαν αναζητήσει λίγο δροσερόν αέρα, εξοχή με δάσος, άνθη και πουλιά, μιαν ανάσα τέλος πάντων, έξω από το σπίτι ο ένας και από το εμπορικό ο άλλος, βρέθηκαν να περπατάνε προς τα Χίλια Δέντρα, δίπλα από τείχη μισογκρεμισμένα, μισοαρχοντικά, έχοντας αφήσει πίσω το πανεπιστήμιο, το γήπεδο, την Ευαγγελίστρια, όπου τρεμόπαιζαν κάποια καντήλια και ανέπνεε ο τόπος μυρουδιές βαριές και ανάκατες.[26]

Εκκλησία Αγίου ΠαντελεήμοναΕπεξεργασία

ΜυθολογίαΕπεξεργασία

[...]παρά τράβηξε για το εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα που ήταν ίδιο κέντημα στο σούρουπο, σαν το χράμι που είχε η μάνα του με τα χρωματιστά πουλιά, τους κήπους, τις φρεγάδες, πάνω από το γιατάκι του [...][27]

Παναγία ΧαλκέωνΕπεξεργασία

Η ατελείωτη γραφή του αίματοςΕπεξεργασία

[...]τους πιο ριψοκίνδυνους, τους μάρκαραν, όπως ο Λάζαρος είχε μαρκάρει ένα μεσημέρι, χειμωνιάτικα, κοντά στην Παναγία Χαλκέων, ένα άτομο που βάδιζε φουριόζικα[…][28]

Εκκλησία Αγίου Ιωάννου του ΧρυσοστόμουΕπεξεργασία

Η ατελείωτη γραφή του αίματοςΕπεξεργασία

Τον κήδεψε ολομόναχη, ερήμην συγγενών και φίλων (ποιών άλλωστε;) σε μια μεγάλη κατακόκκινη εκκησία, του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, όπου η παγωνιά ήταν απέραντη […][29]

Ναός Αγίου ΓεωργίουΕπεξεργασία

Η ατελείωτη γραφή του αίματοςΕπεξεργασία

[...]με τον τελευταίο μιναρέ και τα σπασμένα μάρμαρα, τ' αρχαία, στην αυλή του[...][30]

Μονή ΒλατάδωνΕπεξεργασία

Η ατελείωτη γραφή του αίματοςΕπεξεργασία

[...]γιατί τον καιρό εκείνο στο Τσαούς-μοναστίρ κάνανε τους γόμους τους οι ζωντοχήροι ή τίποτα ζευγάρια που είχανε να κρύψουν κάτι ύποπτο[...][31]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Μπακόλας Νίκος, Η ατέλειωτη γραφή του αίματος, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1996, σ.220 & Κωτόπουλος Η. Τριαντάφυλλος, Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ.240
  2. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987, σ.405-406 & Κωτόπουλος Η. Τριαντάφυλλος, Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ.405-406
  3. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.300 & Κωτόπουλος Η. Τριαντάφυλλος, Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ.339-341
  4. Μπακόλας Νίκος,Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987, σ.81 & Κωτόπουλος Η. Τριαντάφυλλος, Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ.106
  5. Μπακόλας Νίκος,Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987 εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1996, σ.21.
  6. Μπακόλας Νίκος,Μυθολογία, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1989, σ.74 & Κωτόπουλος Η. Τριαντάφυλλος, Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ.112
  7. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.81 & Κωτόπουλος Η. Τριαντάφυλλος, Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ.106
  8. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.231
  9. Μπακολας Νίκος, Καταπάτηση, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1990, σ.156-157
  10. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.383
  11. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.21 & Κωτόπουλος Η. Τριαντάφυλλος, Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ.112
  12. Μπακόλας Νίκος, Καταπάτηση, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1990, σ.99
  13. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.386
  14. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.23
  15. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.210.
  16. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.424
  17. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.422-428
  18. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.422-428
  19. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.422-428
  20. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.530 & Κωτόπουλος Η. Τριαντάφυλλος, Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ84
  21. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.238
  22. Μπακόλας Νίκος, Καταπάτηση, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1990, σ.156.
  23. Μπακόλας Νίκος, Καταπάτηση, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1990, σ.55 & Κωτόπουλος Η. Τριαντάφυλλος, Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ.85
  24. Η ατέλειωτη γραφή του αίματος, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1996, σελ.164 & Κωτόπουλος Η. Τριαντάφυλλος, Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ.84.
  25. Μπακόλας Νίκος, Η Μεγάλη Πλατεία, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987,σ.235.
  26. Η ατέλειωτη γραφή του αίματος, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1996, σ.182.
  27. Μυθολογία, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1989, σελ.29.
  28. Μπακόλας Νίκος, Η ατέλειωτη γραφή του αίματος, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1996, σ.252.
  29. Μπακόλας Νίκος, Η ατέλειωτη γραφή του αίματος, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1996, σ. 421.
  30. Μπακόλας Νίκος, Η ατέλειωτη γραφή του αίματος, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1996, σ.224.
  31. Μπακόλας Νίκος, Η ατέλειωτη γραφή του αίματος, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1996, σ.39.